Σκέψεις και προτάσεις σχετικά με τις τεχνολογικές πτυχές της οικονομικής πολιτικής της μετάβασης από το κεφάλαιο στις κοινότητες - Προσχέδιο

Στέλιος Σταυρουλάκης

Περίληψη

Το ελεύθερο λογισμικό, ένας από τους κρισιμότερους παράγοντες κοινωνικού μετασχηματισμού, βρίσκεται σήμερα σε θέση ισχύος. Με την επιρροή του, που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, φαίνεται ότι επιτέλους τίθενται σε εφαρμογή διαδικασίες συμμετοχικότητας και πρωτοβουλιών των ξεχωριστών ατομικοτήτων για το σχηματισμό κοινοτήτων ενδιαφερόντων, που στο παρελθόν αποτελούσαν αιτήματα κοινωνικής αλλαγής και ουσιαστικά τμήματα της κοινωνικής θεωρίας. Mε αφορμή αυτή τη διαπίστωση, δίνουμε ένα γενικό περίγραμμα για τους όρους εφαρμογής ενός υποδείγματος οικονομικής πολιτικής μέγιστης αποτελεσματικότητας, που μπορεί να υιοθετηθεί από κοινότητες επιστημόνων και τεχνολόγων ή ακόμα και από υγιείς οργανισμούς του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Το υπόδειγμα αυτό τοποθετεί τις τεχνολογίες πληροφορικής με βάση το ελεύθερο λογισμικό ως έναν κεντρικό παράγοντα της οικονομικής των κοινοτήτων και εντάσσεται στο πλαίσιο των θεσμικών μεταβολών που επιβάλλει η δυναμική της τεχνολογικής επανάστασης. Eντοπίζονται επιγραμματικά ορισμένες από τις δυσκολίες και τις προκλήσεις ενός προγράμματος υλοποίησης. Η εφαρμογή του είναι δυνατή από τεχνολογικά ώριμες κοινωνίες, όπου απαιτείται αλλαγή παραδείγματος, αλλά και από κοινωνίες τεχνολογικής υστέρησης με έντονο πρόβλημα ανισοτήτων και έντονη την παρουσία του ψηφιακού χάσματος. Η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη που θα προκύψει από την εφαρμογή του υποδείγματος θα τροφοδοτείται από και θα τροφοδοτεί την πρόοδο των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Εισαγωγή

Έχει από παλιά επισημανθεί, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την κοινωνική πρόοδο (Ξ. Ζολώτας, Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1982). Έτσι από το σημείο αυτό και μετά όταν αναφερόμαστε σε οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη θα εννοούμε ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η επιλογή του λογισμικού, που ορίζει το σύνολο των μέσων επεξεργασίας των πληροφοριών, ως προνομιακού πεδίου ανάλυσης και παραδειγματικής εφαρμογής της οικονομικής και του θεσμού των κοινοτήτων, δικαιολογείται από το αναγνωρίσιμο του χρήματος ως πληροφορίας για το μέτρο της αξίας και τη νομισματική λειτουργία ως ανάλογη ενός δικτύου επικοινωνίας και αναδείχνει όχι μόνο την κρισιμότητά του για την επιβίωση, την ευημερία και τη μετάβαση σε νέες κοινωνικές σχέσεις, αλλά και τη σημασία του για ορισμένα τμήματα της κοινωνίας, τα οποία, από άγνοια ή εξαιτίας εντελώς διαφορετικού προσανατολισμού ενδιαφερόντων, το έχουν υποβαθμίσει. Ωστόσο ενώ η τάση για τα μέσα επεξεργασίας και μετάδοσης της πληροφορίας στη συντελούμενη τεχνολογική επανάσταση είναι προς την κατεύθυνση της ελευθερίας και της ατομικής επιλογής, η διαχείριση του χρηματικού κεφαλαίου παραμένει πεισματικά ιδιωτική και συγκεντροποιημένη.

Είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπιστεί κάποια γεωγραφική περιοχή, που να διεκδικεί τα σκήπτρα της πρωτοπορίας και στην οποία να μην έχει γίνει αντιληπτό ότι η κοινωνική πρόοδος βασίζεται στην οικονομία της γνώσης, δηλαδή ότι ο παράγοντας γνώση καθορίζει τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά των αποτελεσμάτων της οικονομικής προσπάθειας. Πιο συγκεκριμένα, η παραγωγή, η διαχείριση και η μετάδοση της γνώσης φέρνει στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα ενσωμάτωσής της στα αντικείμενα και τις καθημερινές δραστηριότητες και συνεπώς σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής, διαχείρισης και μετάδοσης της πληροφορίας, αλλά και σχετικά με την επίδραση μιας ορισμένης χρήσης της τεχνολογίας για την κοινωνική πρόοδο. Αυτά είναι ζητήματα του λογισμικού και η κρισιμότητα της αντιμετώπισής τους δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή από τους πολίτες, οι οποίοι πλήττονται εξίσου ανεξάρτητα αν είναι οι ίδιοι χρήστες ή όχι. Οι τεχνολογικές εφαρμογές, αν συνεχιστεί η σημερινή διαχείρισή τους, θα αυξάνουν τα κοινωνικά προβλήματα αντί να βοηθούν στην επίλυσή τους. Το πρόβλημα που αναδύεται, αφορά την αντίθεση ανάμεσα στον μειοψηφικό έλεγχο των μέσων που σχετίζονται με τη γνώση και την πληροφορία και στην ανομία που αυτός ο έλεγχος συνεπάγεται από τη μία πλευρά και στη διαθεσιμότητα των μέσων αυτών στο ευρύ κοινό από την άλλη. Η λύση στο πρόβλημα αυτό εμφανίζεται ως η ιδιοκτησιακή αλλαγή αυτών των μέσων με την εφαρμογή copyleft αδειών χρήσης σε αντίθεση με τη σημερινή διατήρηση του μειοψηφικού ελέγχου στα μέσα αυτά και διαδικασίες. Το ερώτημα σχετικά με τη σκοπιμότητα αυτής της αλλαγής απευθύνεται ξεχωριστά σε κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου, πρόκειται δηλαδή για μια επιλογή ευθύνης με το χαρακτήρα του επείγοντος, που αφορά τη βέλτιστη, σε όρους κοινωνικών αναγκών, αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων για το παρόν και το μέλλον.

Σχετικά με την ονοματολογία, το σύνηθες είναι λογισμικό ή πρόγραμμα λογισμικού ή προγράμματα λογισμικού, όχι λογισμικά. Λέμε "απειροστικός λογισμός", αλλά "οι λογισμοί που με στοιχειώνουν". Η χρήση ενικού ή πληθυνικού αριθμού δεν διαφοροποιεί το νόημα της λέξης, αλλά το πλαίσιο χρήσης της. Επίσης η πρωτογενής έννοια στα αγγλικά (software) δεν έχει πληθυντικό γιατί ήδη περιέχει το συνθετικό το οποίο αναφέρεται σε ένα σύνολο εννοιών, διαδικασιών, υπηρεσιών ή αντικειμένων (-ware). Μπορεί να συλλογιστεί κανείς τη χρήση του όρου όπως όταν μιλάμε για την ανθρώπινη "νόηση" όχι για τις "σκέψεις" μου σχετικά με το μέλλον.

Το μοντέλο που παρουσιάζεται εδώ, με τη μορφή προσχεδίου, φιλοδοξεί να αποτελέσει άλλη μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης στην κρισιμότητα των επιλογών γύρω από τα ζητήματα του λογισμικού, αλλά και την αφετηρία για μια ευρύτατη συζήτηση, η οποία να μην εξαντλείται σε διάλογο ανάμεσα στις κοινότητες των τεχνολόγων του λογισμικού, αλλά να περιλαμβάνει όσο το δυνατό περισσότερους χρήστες της τεχνολογίας, σχετικά με τις πολιτικές που απαιτούνται για την εφαρμογή του υποδείγματος και τη δυνατότητα εφαρμογής των ιδεών, που αναδύονται από την τεχνολογική εξέλιξη, σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή σχετικά με την ικανότητά μας να χρησιμοποιούμε επιτυχημένα πρότυπα για να διαμορφώσουμε το μέλλον.

Μια από τις αφετηρίες του παρόντος προσχεδίου μπορεί να θεωρηθεί και η παρότρυνση του Philip Agre για θεσμικές προτάσεις πάνω στις δυνατότητες που ανοίγει η τεχνολογική επανάσταση. Οι προτάσεις αυτές, όπως ο ίδιος σημειώνει, είναι δυνατό να διατυπωθούν από τεχνολόγους. Ωστόσο η υλοποίηση και η επιτυχία τους σε σχετικά σύντομο χρόνο απαιτεί την πολιτική βούληση και το συνεκτικό όραμα ενός κυβερνητικού προγράμματος που θα υποτάσσει την οικονομική δραστηριότητα στις ανάγκες της κοινωνίας και που θα υποστηρίξει την τάση σχηματισμού κοινοτήτων. Αυτή η προσέγγιση συναινεί στο επιχείρημα ότι οι θεσμοί μπορεί σε κάποιες περιόδους να εξελίσσονται ανεξάρτητα, αλλά ποτέ δεν διαμορφώνονται ερήμην του ανταγωνισμού των τάξεων.

Οι προϋποθέσεις ενός υποδείγματος τεχνολογικής ανάπτυξης για τη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους

Παρουσιάζουμε ένα σύνολο βασικών προϋποθέσεων για την τεχνολογική ανάπτυξη. Το σύνολο αυτό ορίζει ένα παραγωγικό, αναπτυξιακό και καινοτόμο υπόδειγμα με μετρήσιμες παραμέτρους και τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο βασικός περιορισμός για την αποτελεσματική εφαρμογή ενός προγράμματος με βάση το υπόδειγμα είναι οι παράμετροι να τοποθετηθούν σε μία στοίβα ώστε η κάθε παράμετρος να αποτελεί τη βάση της επόμενης. Το υπόδειγμα είναι παραγωγικό γιατί η συνδυαστική εφαρμογή των παραμέτρων ορίζει παράγωγες έννοιες, οι οποίες εντάσσονται στη δυναμική του. Είναι αναπτυξιακό επειδή είναι φορέας παραγωγής, διάχυσης και εφαρμογής της γνώσης και επειδή εντάσσεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία σε μια οικονομική πολιτική που τοποθετεί τη γνώση ως το πρώτο κριτήριο του οικονομικού αποτελέσματος. Είναι καινοτόμο για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, επειδή παρέχει κίνητρο ενδιαφέροντος ξεχωριστά για κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου, μία έννοια που στην κλασική οικονομική θεωρία είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας της αγοράς, ελεύθερης ή ρυθμισμένης, όπου η ιδιωτική διαχείριση του όγκου της κεφαλαιακής συσσώρευσης ορίζει και το εργασιακό μέλλον με ένα περιθώριο κινητικότητας. Δηλαδή το κάθε μέλος της κοινωνίας τοποθετείται σε ένα περιβάλλον επιλογών στη διαμόρφωση των οποίων δεν έχει συμμετοχή. Οι επιλογές αυτές ορίζονται είτε από κάποια ιεραρχική δομή είτε από το ύψος της οικονομικής αμοιβής. Το προτεινόμενο υπόδειγμα εντάσσεται σε μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, αφού με βάση αυτό, το κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου είναι ελεύθερο να ορίσει, να ακολουθήσει και να επαναδιατυπώσει, χωρίς υποχρέωση χρηματικής διαπραγμάτευσης, τιμήματος ή άλλης οικονομικής συναλλαγής, έναν κατάλογο επιλογών προσαρμοσμένο σε ατομικές προτιμήσεις. Η εναλλαγή στις προτιμήσεις αναδιοργανώνει τις οικονομικές δραστηριότητες και καθορίζει τη σημασία και τις προτεραιότητες των εκτελούμενων έργων. Η οργάνωση των ενεργειών των ξεχωριστών ατομικοτήτων για την επίτευξη οικονομικού αποτελέσματος βασίζεται στο Διαδίκτυο. Δεύτερον, επειδή μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε οικονομίες τεχνολογικά ώριμες, υψηλής κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, αλλά και σε εκείνες που εμφανίζουν παρατεταμένη διάρκεια στην τεχνολογική καθυστέρηση και ελαττωματική λειτουργία των θεσμών.

Τα Ανοιχτά Πρότυπα

Θεμελιώδης παράμετρος είναι τα ανοιχτά πρότυπα στα πρωτόκολλα και στους τύπους αρχειοθέτησης. Για τα ανοιχτά πρότυπα υπάρχει μια πληθώρα παρόμοιων ορισμών με κοινά στοιχεία την εποπτεία τους από διεθνείς οργανισμούς προτυποποίησης ή μη-κερδοσκοπικούς οργανισμούς, την ύπαρξη συναίνεσης στις αποφάσεις των ενδιαφερόμενων μερών, την απουσία χρεώσεων και περιορισμών στη χρήση. Ένα ανοιχτό πρότυπο είναι μια προδιαγραφή σε πολύ υψηλό επίπεδο ωρίμανσης για γενική χρήση. Σε κάθε περίπτωση τρία βασικά χαρακτηριστικά των ανοιχτών προτύπων εγγυώνται την μακροπρόθεσμη προσβασιμότητα στα δεδομένα: η συμβατότητα, η τεκμηρίωση και η υλοποίηση αναφοράς ελεύθερου λογισμικού. Η επιλογή ενός πρωτοκόλλου ή τύπου αρχειοθέτησης ως πρότυπο μπορεί να ξεκινήσει με τεκμηριωμένη πρόταση προς κάποιον οργανισμό προτυποποίησης από τον παραγωγό του τύπου, ο οποίος μπορεί να είναι άτομο, εταιρία ή σύμπραξη οργανισμών και με πρόσκληση άλλων ενδιαφερομένων στην επιδίωξη συναίνεσης, συνήθως με ψηφοφορία. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να υπάρχει η δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου στους οργανισμούς που εποπτεύουν τις διαδικασίες των ανοιχτών προτύπων.

Μια σημαντική διαφορά από τα κλειστά πρότυπα είναι ότι οι χρήστες των ανοιχτών προτύπων καλύπτονται χωρίς χρεώσεις δικαιωμάτων σε περίπτωση που κάποιο πρωτόκολλο ή τύπος αρχειοθέτησης συνοδεύεται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Τα ανοιχτά πρότυπα είναι οι σύνδεσμοι επικοινωνίας λογισμικού διαφορετικών κοινοτήτων. Είναι οι δίαυλοι που επιτρέπουν στην κάθε κοινότητα να παράγει με καθορισμένες προδιαγραφές ώστε το προϊόν να είναι ανταλλάξιμο και να ωφελείται έτσι το σύνολο των κοινοτήτων. Σήμερα τα ανοιχτά πρότυπα δέχονται μια συντονισμένη επίθεση από τις πολυεθνικές του λογισμικού με την ανοχή ή και την αρωγή των οργανισμών προτυποποίησης. Η επιλογή της απόρριψης των ανοιχτών προτύπων και η προτίμηση σε ιδιοκτησιακούς τύπους αρχειοθέτησης έχει ένα ορισμένο κόστος, το οποίο αυξάνεται με το χρόνο αποθήκευσης των δεδομένων. Παράδειγμα παρόμοιας επιλογής προς αποφυγή είναι η περίπτωση με τα Βρετανικά Εθνικά Αρχεία. Άλλα παραδείγματα, όχι ρητής απαγόρευσης της χρήσης αναφορών, αλλά απαγόρευσής τους μέσα από ιδιοκτησιακές τεχνολογίες, ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει και σε διαδικτυακές εκδόσεις του καθημερινού τύπου, αλλά και άλλων εντύπων. Αυτές οι τεχνολογίες δεν εγγυώνται σε βάθος χρόνου την απλή ταξινόμηση μιας ιστοσελίδας και έτσι καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη συγγραφή κειμένων με παραπομπές υπερκειμένου σε διαδικτυακά έντυπα. Μόνο το ελεύθερο λογισμικό και τα ανοιχτά πρότυπα εγγυώνται την ανάπτυξη του γραπτού λόγου στο Διαδίκτυο.

Το ελεύθερο λογισμικό

Η πιο σημαντική παράμετρος μεγιστοποίησης του κοινωνικού οφέλους στις αποφάσεις σχετικά με το λογισμικό είναι η ελευθερία. Όταν λέμε ελεύθερο λογισμικό εννοούμε έναν συγκεκριμένο τύπο άδειας χρήσης που συνοδεύει το λογισμικό και δίνει την ελευθερία στον χρήστη να εκτελέσει ένα πρόγραμμα για οποιοδήποτε σκοπό, να μελετήσει τον πηγαίο κώδικα του προγράμματος και να τον προσαρμόσει στις ανάγκες του, να αναδιανείμει αντίγραφα ώστε να βοηθήσει τον διπλανό του και να επανεκδώσει δημόσια ενδεχόμενες βελτιώσεις ώστε να ωφελούνται όλοι.

Η ισοτιμία στα δικαιώματα, η ισότητα ευκαιριών και η ίση μεταχείριση σε μια ψηφιακή κοινωνία καθορίζονται από την ελευθερία πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα. Η διαδεδομένη χρήση προϊόντων που περιέχουν πηγαίο κώδικα και δεν συνοδεύονται από άδειες χρήσης ελεύθερου λογισμικού είναι μια πρακτική ενίσχυσης και προστασίας της μονοπωλιακής διάρθρωσης στη βιομηχανία πληροφορικής και συνεπώς και της οικονομικής και πολιτικής ισχύος ενός ορισμένου συστήματος εξουσίας σε βάρος της πλειοψηφίας. Σε σχέση με άλλους παραγωγικούς κλάδους, η μονοπωλιακή διάρθρωση στην πληροφορική έχει μια πρόσθετη επίπτωση. Εκτός από τη φορολόγηση των χρηστών προϊόντων πληροφορικής από το πολυεθνικό μονοπώλιο, συντελείται ο βασισμένος στη γνώση άμεσος έλεγχος του πληθυσμού.

Γίνεται συχνά η παρανόηση ότι η ελευθερία πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα είναι συνώνυμη με την δυνατότητα παρατήρησης του πηγαίου κώδικα με τον ίδιο τρόπο που συμπεριφερόμαστε όταν επισκεπτόμαστε ένα μουσείο εκθεμάτων, ενώ ο κώδικας δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί. Ο όρος ”λογισμικό ανοιχτού κώδικα” αν και έχει χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά είναι μια τεχνική έννοια, συμβατή με το ελεύθερο λογισμικό, που παραπέμπει σε ένα μοντέλο ανάπτυξης λογισμικού υποβοηθητικό στην επίτευξη τεχνικής αρτιότητας. Ωστόσο μιλάμε για δύο διαφορετικά πράγματα. Το ελεύθερο λογισμικό αφορά την ελευθερία και τα δικαιώματα του χρήστη και παραπέμπει σε ένα κοινωνικό κίνημα. Στην πράξη οι άδειες χρήσης ελεύθερου λογισμικού συνοδεύουν προϊόντα ανοιχτού κώδικα.

Ένας άλλος όρος σε χρήση είναι το ανοιχτό λογισμικό, το οποίο συχνά χρησιμοποιείται σε συντόμευση του όρου "λογισμικό ανοιχτού κώδικα". Ωστόσο ιστορικά το ανοιχτό λογισμικό δεν σημαίνει τίποτα ούτε για το ελεύθερο λογισμικό ούτε για το λογισμικό ανοιχτού κώδικα. Το ανοιχτό λογισμικό ήταν μια προσπάθεια δημιουργίας ενός ανοιχτού προτύπου για μια από τις υλοποιήσεις του λειτουργικού συστήματος UNIX, η οποία δεν είχε συνέχεια.

Είναι επίσης διαδεδομένη η παρανόηση ότι ελεύθερο λογισμικό, εκτός των άλλων, σημαίνει και δωρεάν λογισμικό. Η παρανόηση αυτή βασίζεται στη διπλή σημασία της αγγλικής λέξης free. Πάνω σε αυτή την παρανόηση χρησιμοποιείται η διάκριση μεταξύ ελεύθερου και εμπορικού λογισμικού. Υποτίθεται ότι το πρώτο παράγεται στον ελεύθερο χρόνο του παραγωγού, είναι φτωχό σε χαρακτηριστικά, όχι πολύ αξιόπιστο και διατίθεται χωρίς χρέωση, ενώ το δεύτερο παράγεται από το τμήμα λογισμικού κάποιας εταιρίας, είναι δοκιμασμένης αξιοπιστίας, με πλούσια χαρακτηριστικά και διατίθεται στην αγορά με κάποια τιμή. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Λογισμικό το οποίο συνοδεύεται από άδεια χρήσης που απαγορεύει την εμπορική του εκμετάλλευση δεν είναι ελεύθερο λογισμικό.

Δεν είναι σωστό ότι όσοι αναπτύσσουν εφαρμογές σε GNU/Linux, το κάνουν κατά κύριο λόγο στον ελεύθερο χρόνο τους και χωρίς αμοιβή. Υπάρχουν έργα ελεύθερου λογισμικού, τα οποία συντηρούνται από χορηγίες, από κυβερνήσεις ή ελκύουν επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ από κοινοπραξίες επιχειρηματικών κεφαλαίων. Τέτοιες εφαρμογές αναπτύσσονται από ερασιτέχνες, χομπίστες και επαγγελματίες και οι καλύτερες γίνονται μέρος του λειτουργικού GNU ή του Linux kernel. Το ότι κάποιοι κάνουν την επιλογή σημαίνει ότι έχουν αυτή την τεχνική δυνατότητα και ότι η επιλογή γίνεται με βάση την τεχνική και νομική αρτιότητα, δηλαδή με βάση τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τη στόχευση του ελεύθερου λογισμικού. Το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (FSF), που ιδρύθηκε από τον Richard Stallman έχει παρουσία από το 1985 στην υποστήριξη του ελεύθερου λογισμικού, ο Linus Torvalds και η υπόλοιπη ομάδα των διαχειριστών του Linux εργάζονται σε ένα project-κλειδί για τις τεχνολογίες πληροφορικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό που ισχύει είναι ότι η ικανοποίηση των παραγωγών ελεύθερου λογισμικού δεν έχει κίνητρο το οικονομικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα όταν παρεμποδίζεται η καινοτομία και η κοινωνική πρόοδος, αλλά αυτό δεν σημαίνει απουσία εταιρικού κέρδους ή αμοιβής εργασίας.

Το αντίθετο του ελεύθερου λογισμικού είναι το proprietary (ιδιοκτησιακό, "ιδιόκτητο", "ιδιωτικό" ή εναλλακτικά μη-ελεύθερο) λογισμικό. Η εκμετάλλευση αυτού του τύπου λογισμικού βασίζεται σε μια αλχημεία: στην υπόθεση ότι οι νοητικές διεργασίες μπορούν να έχουν ανταλλακτική αξία και συνεπώς ότι μπορούν να γίνουν αντικείμενο ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Έτσι οι περιοριστικές της ελευθερίας άδειες χρήσης οι οποίες συνοδεύουν το ιδιοκτησιακό λογισμικό δίνουν το αποκλειστικό δικαίωμα στον "ιδιοκτήτη" ενός προγράμματος, ο οποίος πολύ συχνά δεν ταυτίζεται με τον πραγματικό προγραμματιστή, να το μεταμορφώνει σε ένα απτό, φυσικό αντικείμενο με μάζα και να το εμπορεύεται απεριόριστα ώστε να αποκομίζει κέρδος όχι από την εσωτερική αξία ενός φυσικού προϊόντος, αλλά από την παράλογη απαίτηση της εκμετάλλευσης ενός συνόλου επαναληπτικών νοητικών βημάτων. Το μαγικό της απόδοσης φυσικών ιδιοτήτων σε αφηρημένες ιδέες έχει μακρά παράδοση. Η συντήρηση του υφιστάμενου συστήματος εξουσίας στην κοινωνία και οικονομία της γνώσης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν την ταχυδακτυλουργία.

Να σημειωθεί εδώ ότι η διαφορά απόδοσης του αγγλικού όρου proprietary software σε διάφορες γλώσσες αποκαλύπτει το πώς ο κάθε λαός, με όρους κοινωνικής ψυχολογίας, αντιλαμβάνεται την έννοια της ιδιοκτησίας. Αποκαλύπτει επίσης έναν πολύ ουσιαστικό παράγοντα άσκησης εξουσίας: την αξιολογική χρήση της γλώσσας. Σε πολλές περιπτώσεις, καλύπτεται η ορθή ερμηνεία του proprietary, που είναι εκείνη του αποκλειστικού ελέγχου μέσα από το κατέχειν, με την ισοδύναμη απόδοση του μη-ελεύθερου ή με διάφορες αποδόσεις περί ιδιωτικότητας, νομιμοποιώντας έτσι την αντίληψη των υποστηρικτών του μη-ελεύθερου λογισμικού για το λογισμικό ως αντικείμενο με φυσικές ιδιότητες. Επιπλέον προκαλείται μεγαλύτερη σύγχυση, αφού μια τέτοια γλωσσική ερμηνεία αφήνει σκόπιμα αδιευκρίνιστο το ερώτημα αν δίνει στο ίδιον-ιδιωτικόν εποικοδομητικό ή καταγγελτικό πρόσημο. Έτσι μεταθέτει το βάρος της ερμηνείας, δηλαδή ακριβώς του καθήκοντος που έχει ανατεθεί στον ειδικευμένο χρήστη της γλώσσας, στις προσωπικές προτιμήσεις των χρηστών· αυτή είναι μια απόπειρα ελέγχου μιας ορισμένης κοινωνικής διεργασίας: αν ήδη η άποψη περί ανταγωνιστικότητας ανάμεσα στο ελεύθερο και το ιδιοκτησιακό λογισμικό έχει αποκτήσει αυξημένο ειδικό βάρος σε σχέση με την άποψη περί ισοδύναμης νομιμοποίησής τους, η εισαγωγή της απόδοσης, για παράδειγμα, "ιδιόκτητο λογισμικό" ή "ιδιωτικό λογισμικό" ή κάποιου άλλου ατυχούς νεολογισμού, επαναφέρει κάποια ισορροπία. Πρόκειται για συνολικότερη επιλογή της εκπαιδευτικής πολιτικής, που εξηγείται παρακάτω στην τέταρτη παράμετρο. Η προσπάθεια να εμφανιστεί ότι η χρήση της γλώσσας είναι ιδεολογικά ουδέτερη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις της παραγωγής νέων όρων, είναι μια πρακτική που αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στην ανέξοδη οικειοποίησή τους από την κυρίαρχη ιδεολογία και άρα έχει μια σκοπιμότητα: η χρήση ενός νέου όρου να αφήσει ανεπηρέαστο το σύστημα ερμηνείας των προσωπικών αξιών.

Αφού όμως η αξιολογική ουδετερότητα της γλώσσας δεν ισχύει ως κανόνας ποτέ και πουθενά, οι αποδόσεις της στρέβλωσης του αρχικού νοήματος αφήνουν ελεύθερο το έδαφος για πολιτική χειραγώγηση με τους υφιστάμενους όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Έτσι επιτυγχάνεται η διαίρεση των χρηστών ανάλογα με τις προσωπικές αξιολογικές τοποθετήσεις του καθενός με αποτέλεσμα την απώλεια της αρχικής στόχευσης και τις μεταξύ τους συγκρούσεις σε δόξα του "νομοθέτη" που επιπλέον αυτοπροβάλλεται ως ο διαιτητής της επίλυσης των ανούσιων μικροδιαφορών που προκύπτουν.

Θα προσπαθήσουμε να βάλουμε μια τάξη υιοθετώντας κάποιες παραδοχές, που φαίνεται να ισχύουν τουλάχιστο για την ελληνική γλώσσα. Πρώτον, το ιδιωτικό και το ιδιόκτητο, πέραν της αντιπαράθεσής τους με το δημόσιο, δεν έχουν από μόνα τους κανένα αρνητικό φορτίο. Δεύτερον, το "ιδιωτικό αυτοκίνητο" και η "ιδιόκτητη κατοικία" στέκονται πολύ καλά και γλωσσικά και εννοιολογικά, όπως και τα "ιδιοκτησιακό καθεστώς", "ιδιοκτησιακά αδιέξοδα". Δεν ισχύει όμως το ίδιο με τα: "ιδιόκτητο καθεστώς", "ιδιόκτητα αδιέξοδα". Δηλαδή εκεί που η αγγλική γλώσσα έχει ένα επίθετο για να αποδίδει ιδιότητες αποκλειστικής κυριότητας σε οποιοδήποτε αντικείμενο, η ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται πιο ευέλικτη υποδηλώνοντας ταυτόχρονα ένα ορισμένου βαθμού αρνητικό φορτίο σε περιπτώσεις περιγραφής ιδιοτήτων αποκλειστικότητας σε έννοιες που δεν αντιστοιχούν σε εμπράγματα αντικείμενα. Η προταθείσα απόδοση "ιδιόκτητο" για το proprietary στο λογισμικό, ενώ είναι αντίστοιχη με τον αγγλικό όρο, εκτός του ότι ταιριάζει καλύτερα σε φυσικά αντικείμενα, φαίνεται να νομιμοποιεί δεοντολογικά εξίσου και το proprietary και το free λογισμικό, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αυτή είναι η πρόθεση των υποστηρικτών του ελεύθερου λογισμικού. Φυσικά και το ελεύθερο λογισμικό, όπως έχει εξηγηθεί, θα ήταν επίσης μια παρανόηση, αν δεν είχε τυπικά οριστεί από το Free Software Foundation η ιδιότητα του ελεύθερου να αναφέρεται στην πραγματικότητα στον χρήστη του λογισμικού και όχι στον ίδιο τον κώδικα του προγράμματος, η διανομή του οποίου συνοδεύεται με άδεια δημόσιας χρήσης. Έτσι, εκεί που το proprietary software εμφανίζεται ως παραλογισμός, στην περίπτωση του ελεύθερου λογισμικού διαπιστώνουμε απλώς μια φυσιολογική αδυναμία της γλώσσας να αποδώσει έναν αδιέξοδο προβληματισμό, στον οποίο, κάποιοι αθεράπευτα πραγματιστές σε αντίθεση με τους "ιδεολογικά ουδέτερους" έχουν ήδη επενδύσει με έπαθλο κάποια θέση στην ιεραρχία της εξουσίας: τον προβληματισμό σχετικά με την ηθική και νομική ευστάθεια της μετατροπής των νοητικών διεργασιών σε αντικείμενα αποκλειστικής κατοχής και ιδιοποίησης.

Τελικά σε αυτό που αναφέρεται το ελεύθερο ή το "ιδιόκτητο" είναι η άδεια χρήσης που συνοδεύει το προς διανομή λογισμικό. Έτσι το λογισμικό μπορεί να είναι ελεύθερο λογισμικό αν συνοδεύεται από μια δημόσια άδεια χρήσης ή λογισμικό ιδιωτικής (άδειας) χρήσης, δηλαδή λογισμικό ιδιωτικής ετικέτας. Με αυτήν την ερμηνεία, η απόδοση "ιδιωτικό λογισμικό", η οποία έχει προταθεί για χρήση στην Ισπανική γλώσσα, φαίνεται να λειτουργεί ικανοποιητικά.

Η ομότιμη αρχιτεκτονική

Η τρίτη παράμετρος είναι η ομότιμη αρχιτεκτονική. Ο όρος ομότιμη αρχιτεκτονική σε ένα δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι οι κόμβοι που επικοινωνούν για να ανταλλάξουν δεδομένα ή να μοιραστούν εφαρμογές, βρίσκονται από άποψη διαθεσιμότητας πόρων στο ίδιο επίπεδο. Σημαντικοί πόροι σε ένα δίκτυο είναι η επεξεργαστική ισχύς των κόμβων, ο αποθηκευτικός χώρος και το εύρος ζώνης. Ο έλεγχος των πόρων είναι κατανεμημένος. Κάθε κόμβος μπορεί να είναι και πελάτης και εξυπηρετητής. Τα υποδίκτυα δεν ορίζονται ιεραρχικά από υπερδίκτυα, αλλά μικρότερα δίκτυα με διαφορετικούς ρόλους είναι δυνατό να συνενωθούν για τη δημιουργία ενός μεγαλύτερου δικτύου. Η ιδέα του ποιος δίνει εντολές δεν έχει νόημα σε ομότιμα δίκτυα, όπως το Διαδίκτυο.

Η κοινωνική αξία θεμελιωδών τεχνικών εννοιών του Διαδικτύου αναδεικνύεται με την προσαρμογή τους στην οικονομική επιστήμη. Ένα αξιοπρόσεκτο παράδειγμα είναι η έννοια της ομότιμης παραγωγής (commons-based peer production). Η ομότιμη παραγωγή είναι μια νέα διαδικασία, μια από τις αναδυόμενες ιδιότητες της δικτυακής υποδομής, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε θεσμική έκφραση δραστηριοτήτων, αφού φαίνεται ότι επιτρέπει σε διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών να κερδίζουν τα προς το ζην. Αν αυτό συμβεί, θα αμφισβητηθούν καθιερωμένοι τρόποι άσκησης της εξουσίας, χωρίς να σημαίνει ότι οι νέες μορφές θα τείνουν σε ένα ομότιμο ιδεατό, ότι θα είναι δηλαδή πλήρως αποκεντρωμένες. Η δυνατότητα εφαρμογής μιας πλήρως αποκεντρωμένης δομής, που θα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί νομικά, εξαρτάται από την έκταση της κατανομής του ελέγχου πάνω στη διαδικασία.

Παράλληλοι προβληματισμοί σχετικά με την αναδυόμενη οικονομία των κοινοτήτων και των συλλογικών αγαθών, ακούγονται από διάφορες πλευρές, οι οποίες συγκλίνουν στην αναγνώριση και επισήμανση της φύσης του προβλήματος, το οποίο σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Εκεί όπου το μείζον είναι η φυσική καταστροφή, αλλού είναι η απώλεια θέσεων εργασίας, οι πτωχεύσεις, η απουσία παραγωγικής ικανότητας ή η θεσμοθετημένη διαφθορά. Επίσης συστήματα που αναλύουν το ρόλο των δικτυακών χρηματικών ροών στην άνθιση των κοινοτήτων αναμένεται να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στον μετασχηματισμό της οικονομικής δραστηριότητας.

Επίσης ένα άλλο παράδειγμα που έρχεται αυτή τη φορά από το παρελθόν είναι αυτό των συνεργατικών δραστηριοτήτων μικρών κοινοτήτων και των απαγορεύσεων που υπέστησαν πριν και κατά τη διάρκεια της παγίωσης της βιομηχανικής εποχής. Πρόκειται για δράσεις που και σήμερα καθορίζουν την εξέλιξη της φυσιογνωμίας των σύγχρονων πόλεων. Η ομότιμη αρχιτεκτονική επαναφέρει στο προσκήνιο τη θεμελιακή συνεισφορά των προ-βιομηχανικών κοινοτήτων στην κοινωνική πρόοδο. Οι κοινότητες αυτές έβρισκαν τον τρόπο να παίρνουν μορφή μέσα σε διαφορετικά κοινωνικά συστήματα, αλλά η συμμετοχή σε αυτές γινόταν όρος επιβίωσης σε περιόδους μετάβασης σε ένα νέο οικονομικό σύστημα, όταν οι κυρίαρχοι θεσμοί βίωναν την παρακμή τους και έβαζαν εμπόδια στην οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ παράλληλα νέοι θεσμοί αναδύονταν. Χρησιμοποιώντας τη συλλογική διανοητική ικανότητα και γνώση, οι κοινότητες αυτές δημιουργούσαν. Έχτιζαν πόλεις, κατασκεύαζαν έργα τέχνης και τεχνολογίας με τη γνώση και εμπειρία των μαστόρων χωρίς την αρωγή της επιστήμης ως διακριτής θεσμικής εξουσίας. Τα παραδείγματα που παρατίθενται εδώ είναι μόνο ενδεικτικά της οργάνωσης του κοινωνικού ιστού σε εποχές προ του νέου κατακερματισμού που έφερε η ένταση στην εξειδίκευση. Η αρχιτεκτονική είναι μια περιοχή πλούσια σε αναφορές. Αυτή η διαδικασία κράτησε μέχρι την Αναγέννηση, οπότε τα πανεπιστήμια απέκτησαν σταδιακά το απαιτούμενο κύρος και έγιναν ο θεσμικός φορέας της γνώσης.

Τα παραδείγματα της τεχνολογίας πληροφοριών, της οικονομίας και της αρχιτεκτονικής, ενδεικτικά μόνο τριών, αλλά πολύ σημαντικών τομέων που ρυθμίζουν και επηρεάζουν την ανθρώπινη εξέλιξη, οδηγούν σε μια διαπίστωση. Ότι οι παράγωγες έννοιες που αναδύονται από την επιρροή της ομότιμης αρχιτεκτονικής στις διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες και τα επιστημονικά αντικείμενα και η φυσικότητα στο ταίριασμα αυτών των εννοιών είναι ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ομότιμη αρχιτεκτονική είναι, με όρους του Richard Dawkins, το μιμίδιο της κοινωνικής αυτο-οργάνωσης, το οποίο είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί στο μέλλον ως ο κύριος ανταγωνιστής του κεφαλαίου ως του κυρίαρχου κινήτρου της οικονομικής δραστηριότητας. Ίσως το δυνατότερο σημείο της ομότιμης αρχιτεκτονικής, σημαντικότερο και από την τεχνολογική συμβολή της, αποδειχθεί η ικανότητά της να δρα ως ο πυρήνας της αυτο-οργάνωσης των ξεχωριστών ατομικοτήτων σε κοινότητες, δηλαδή, μετά από μια παρένθεση περίπου δύο αιώνων επιβολής του οικονομισμού, της ανάδειξης των αληθινών προσωπικοτήτων, του κοινωνικού ατόμου.

Η διαδικασία μάθησης

Η τέταρτη παράμετρος είναι η βέλτιστη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού μέσα από τρία θεμελιώδη αξιολογικά χαρακτηριστικά: το επιστημονικό/τεχνολογικό υπόβαθρο, την παρακολούθηση/συμμετοχή στις εξελίξεις του πεδίου και τη συμβουλευτική κατεύθυνσης. Η σπουδαιότητα αυτών των χαρακτηριστικών τα καθιστά κριτήρια αξιολόγησης ιστορικού δεξιοτήτων και εμπειρίας. Για την εφαρμογή αυτής της παραμέτρου απαιτείται η συμβολή όλων των φορέων και βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος.

Βέβαια, ο σχεδιασμός ενός συστήματος μάθησης δεν έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο. Αν ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα μάθησης εξυπηρετεί την αφομοίωση μιας κεντρικά σχεδιασμένης, μονοπωλιακής στρατηγικής, τότε δεν πρόκειται για αλλαγή παραδείγματος. Σε αυτό το σημείο η ιδεολογική κατεύθυνση παίζει κρίσιμο ρόλο και οι συγκρούσεις συμφερόντων για νέα κέντρα ισχύος δεν είναι δύσκολο να προβλεφθούν.

Σήμερα οι βαθμίδες της στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης είναι συχνά δέσμιες συμφωνιών ανάμεσα στα υπουργεία παιδείας των διαφόρων χωρών και των πολυεθνικών του ιδιοκτησιακού λογισμικού. Αν το ελεύθερο λογισμικό δεν βρει τη θέση του σε αυτές τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, οποιεσδήποτε προσπάθειες και προοπτικές σχετικά με μοντέλα ανάπτυξης βασισμένα στο ελεύθερο λογισμικό έχουν μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο στον εθισμό στην απλουστευτική ευκολία του ιδιοκτησιακού λογισμικού, αλλά πολύ περισσότερο στη νοοτροπία που διαμορφώνει σχετικά με το ρόλο και τη χρήση της τεχνολογίας. Πρόκειται για ένα σύμπτωμα μιας συνολικότερης σταδιακής υποβάθμισης του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Η υποβάθμιση αυτή είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για επιλογή, η οποία κατά ένα μέρος ίσως να οφείλεται και στην αδυναμία της παραδοσιακής πολιτικής να επαναδιατυπώνει μια ορισμένη ερμηνεία της ιδεολογικής διάστασης που αντλείται από τη νέα γνώση, επειδή η νέα γνώση φαίνεται να αποδομεί κατεστημένα ιδεολογικά οχυρά, αλλά και επειδή πλέον η ταχύτητα μετάδοσης της νέας γνώσης ενισχύει αυτή την αδυναμία. Αλλά η αντίφαση της συγκεκριμένης ιδεολογικής ερμηνείας που έχει επιλεγεί βρίσκεται στο ότι αυτή η ερμηνεία είναι όρος επιβίωσης για την παραδοσιακή πολιτική, γιατί είναι η ανάγνωση αυτής της ερμηνείας που συνοδεύει τη διδασκαλία της νέας γνώσης και που της επιτρέπει να παρουσιάζει τη νέα αυτή γνώση ως κτήμα μιας κυρίαρχης ελίτ, την οποία η ελίτ αυτή υποτίθεται ότι διαχέει με δική της ευθύνη στην κοινωνία. Αυτό το σχήμα έχει πλέον απλοποιηθεί με την εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας και του Διαδικτύου, το οποίο, βέβαια, προς το παρόν, είναι ένα μέσο μη ελεγχόμενο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία άσκησης της εξουσίας, η γλώσσα, και ειδικότερα η καθιέρωση ορολογίας, μεταφέρονται από τους κρατικοκεντρικούς οργανισμούς στους ψηφιακούς κόμβους. Έτσι ενώ θα ήταν φυσιολογικά αναμενόμενη η ενδυνάμωση της Παιδείας απλώς και μόνο για να συνεχιστεί η θεωρητική στελέχωση της κυρίαρχης ελίτ, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο με αποτέλεσμα τη σταδιακή αποδυνάμωση στη διατύπωση συνολικής πολιτικής διεξόδου και ταυτόχρονα την ανάδυση κοινοτήτων ενδιαφερόντων που αξιοποιούν τη συλλογική γνώση για να διεκδικήσουν ό,τι η εκπαιδευτική διαδικασία του επίσημου Κράτους τους έχει στερήσει.

Αφού λοιπόν από τη φύση της αυτή η ιδεολογική ερμηνευτική αδυνατεί να ακολουθήσει σε ταχύτητα τα επιστημονικά δεδομένα, η επιλογή της παραδοσιακής πολιτικής είναι να μεταθέσει το βάρος αυτό στους διδασκόμενους, οι οποίοι υποχρεώνονται πλέον να βαδίσουν προς την ωριμότητα χωρίς τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Αν δεν καταβάλλουν ένα αξιοσέβαστο αντίτιμο και πλέον έξω από το κοινωνικό μαθησιακό πλαίσιο, οι απαντήσεις σε δεοντολογικά ερωτήματα θα καθυστερούν μέχρι την στιγμή που έρχονται αντιμέτωποι με την αγορά εργασίας, η οποία τότε παρουσιάζεται ως η απάντηση-ομπρέλα σε αυτά τα ερωτήματα. Και όταν το ψευδεπίγραφο αυτής της απάντησης έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση, όταν είναι δηλαδή πολύ αργά, αυτοί που υπόκεινται στη βία της αγοράς εργασίας καλούνται να κλείσουν τον παραγωγικό τους κύκλο με την αφαίρεση των δικαιωμάτων τους. Αυτό γίνεται με δύο τρόπους: Με την οριστική αποδοχή της μισθωτής τους μοίρας ή, αν μπορούν, με το πέρασμα στους φορείς της βίας, διαφορετικά θα τεθούν οριστικά εκτός. Φυσικά αυτό που δεν ομολογείται είναι ότι αυτή η επιλογή της παραδοσιακής πολιτικής υπονομεύει τις προεπιλεγμένες αποφάσεις, δηλαδή αυξάνει το κόστος της πρόσληψης δεξιοτήτων, εξανεμίζει τις επιδόσεις της δια βίου μάθησης και τελικά διαβρώνει την αποτελεσματικότητα της ίδιας της αγοράς. Αυτή η διαδικασία αλλάζει τους κανόνες σταθερότητας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Συνοπτικά το πρόβλημα είναι ότι το σύστημα απουσίας ερμηνευτικής σε συνδυασμό με έναν δυσανάλογο όγκο γνώσεων αναιρεί την ανάπτυξη ενδιαφερόντων και καθιστά, όχι μόνο τους διδασκόμενους, αλλά το σύνολο των φορέων της μάθησης έναν αδύναμο κρίκο με μόνη επιλογή την ολοκλήρωση ενός ανούσιου κύκλου. Με την εισαγωγή του ελεύθερου λογισμικού στην εκπαιδευτική διαδικασία, παρουσιάζεται ένα πεδίο πειραματισμού που ενισχύει τη δημιουργικότητα και κυρίως συμβάλλει στην αλλαγή νοοτροπίας, παρασύροντας και τα άλλα αντικείμενα διδασκαλίας με τα πρώτα διεθνούς εμβέλειας αποτελέσματα να γίνονται ορατά, κατά εκτίμηση, μετά από μια πενταετία εφαρμογής. Η υποστήριξη στην προσπάθεια δεν σημαίνει αποκλειστικά την εφαρμογή κυβερνητικού προγράμματος, αν και κάτι τέτοιο και επιθυμητό θα ήταν και την αποδοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας θα συγκέντρωνε. Ελάχιστη προϋπόθεση είναι η εφαρμογή ενός πλαισίου λειτουργίας για την κατοχύρωση της διοικητικής αυτονομίας και της διαχειριστικής αυτοτέλειας των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και από το κράτος και από την "αγορά". Ωστόσο η ενεργοποίηση της δυναμικής των κοινοτήτων είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιταχύνει την εξέλιξη του πανεπιστημίου ώστε να γίνει ο πόλος παιδείας και διάχυσης ενδιαφερόντων σύμφωνα με την καταγωγή του. Ο John Hall καλεί σε μια τέτοια μορφή ενεργοποίησης, στην αποφυγή των πανεπιστημίων που χρησιμοποιούν ιδιοκτησιακό λογισμικό και, θα προσθέταμε, στην αποφυγή, όπου υπάρχει επιλογή, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οποιασδήποτε βαθμίδας, που ακολουθούν παρόμοια πολιτική.

Η συνεργασία ομάδων και οι κοινότητες

Η πέμπτη παράμετρος είναι η διαθεσιμότητα και η πρωτοβουλία μιας κρίσιμης μάζας επιστημόνων, επαγγελματιών και συνειδητοποιημένων μελών του κοινωνικού σώματος. Η κρίσιμη αυτή μάζα υπάρχει, αλλά εκκρεμεί ο συντονισμός της για την ανάληψη της ευθύνης υλοποίησης ενός προγράμματος με βάση τα χαρακτηριστικά του προτεινόμενου υποδείγματος. Για να πραγματωθεί ο σχηματισμός μιας κοινότητας, απαιτούνται αρχικά οι πρωτοβουλίες, αλλά αυτό φαίνεται δυσκολότερο σε κύκλους απασχολούμενων στο δημόσιο ή σε μεγάλες εταιρίες του ιδιωτικού τομέα, επειδή κατά κανόνα τέτοιου είδους οργανισμοί έχουν πάψει προ πολλού να παράγουν έργο αντίστοιχο των δυνατοτήτων τους, απλά καταναλώνουν τον παραγωγικό χρόνο των απασχολούμενων σε αυτούς, ανακυκλώνοντας χρηματικές ροές χωρίς ουσιαστικό παραγωγικό αποτέλεσμα και το σημαντικότερο, το κέρδος των δραστηριοτήτων τους είναι εξ ορισμού προς αποκλειστικό όφελος των μετόχων. Σε διαφορετική περίπτωση η συνεργασία ομάδων θα ήταν ευκολότερη, επειδή θα θεωρείτο στοιχείο σύμπραξης στη ροή των εργασιών των οργανισμών αυτών αντί για τεχνητό εμπόδιο. Η συνεργασία, δηλαδή, θα ήταν δομικό στοιχείο αυτών των οργανισμών επειδή καινοτόμα έργα μακρόπνοης προοπτικής κατά κανόνα αλληλοσυμπληρώνονται και επειδή η δυναμική της προσέλκυσης προσώπων σε μια πρωτοβουλία εξαρτάται από την έμπνευση που αυτή η πρωτοβουλία μεταδίδει στο κοινωνικό σύνολο. Σε περίπτωση που η συνεργασία ομάδων γύρω από μια πρωτοβουλία αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά, τότε μιλάμε για κοινότητα ενδιαφερόντων. Εκεί που ο σχηματισμός κοινοτήτων φαίνεται θεωρητικά ευκολότερος είναι ο τομέας της εκπαίδευσης, προσαρμοσμένος φυσικά στα κριτήρια που θέτει η τέταρτη παράμετρος. Οι συνεργαζόμενες ομάδες που ξεκινούν μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι τα αντισώματα στις πιέσεις που υφίσταται η κοινωνία ως σύνολο. Να σημειωθεί ότι η διάκριση μεταξύ συνεργαζόμενων ομάδων και κοινοτήτων βρίσκεται στο επίπεδο της ενσωμάτωσης των μελών και τη συνειδητοποίηση του συνανήκειν.

Η αποτελεσματικότητα των κοινοτήτων έχει γίνει ορατή από σχεδόν όλους τους ενδιαφερόμενους. Διάφοροι προμηθευτές καλούν για εθελοντική συνεισφορά γύρω από την ανάπτυξη εμπορικών προϊόντων. Αυτή είναι άλλη μια προσπάθεια από οργανισμούς μεγα-προμηθευτών να καταλήξουν στην επιθυμητή διαίρεση των χρηστών περιορίζοντας τα δικαιώματά τους και την ίδια στιγμή μειώνοντας το κόστος. Καθώς ο σκοπός καμιά φορά αλλάζει το νόημα των μέσων, το χτίσιμο κοινοτήτων γύρω από ιδιωτικές ετικέτες είναι πολύ διαφορετικό από την ανάδυση κοινοτήτων γύρω από τα συλλογικά αγαθά ή τα κοινά δημιουργήματα. Στην πρώτη περίπτωση συνήθως ο στόχος επιτυγχάνεται με την υπόσχεση ξεχωριστής μεταχείρισης η οποία διαχωρίζει τους συμμετέχοντες και στη συνέχεια τους στρέφει ενάντια στον πληθυσμό των χρηστών. Η δεύτερη περίπτωση εξασφαλίζει προσωπική πρόοδο για τις δεξιότητες του κάθε συμμέτοχου συν οικονομικά οφέλη όταν ένα πρόγραμμα προσελκύει, εκτός από άτομα, εταίρους χρηματοδότησης οι οποίοι αναγνωρίζουν σε αυτό κάποια πρόσθετη αξία.

Οι κοινότητες είναι ένας τρόπος οργάνωσης των μελών, τα οποία συνδέονται γύρω από έναν ορισμένο κύκλο ενδιαφερόντων. Είναι επίσης, όπως και η αγορά, ένας τρόπος επικοινωνίας. Σε περίπτωση που η οργάνωση των δραστηριοτήτων μέσα από κοινότητες επικρατήσει, αναμένεται ότι οι αρνητικές επιπτώσεις στη σημερινή σχέση του ανθρώπου με τη φύση σταδιακά θα αντιστραφούν. Μια στροφή στις μικρές κοινότητες ενδιαφερόντων θα σημάνει εξορθολογισμό της διαχείρισης των φυσικών πόρων και ενίσχυση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο σε βάρος των μεγα-εξουσιών, οι οποίες, αδυνατώντας να επιλύσουν τα παγκόσμια ζητήματα, έχουν αναθέσει την μακρο-διαχείρισή τους στη βία. Οι κοινότητες μεταξύ τους δεν θα είναι ανταγωνιστικές, αφού τα αντικείμενά τους θα διαφέρουν με τρόπο ώστε το παραγόμενο προϊόν της κοινότητας Α να είναι εισροή για την κοινότητα Β. Παρά την ενίσχυση της τοπικότητας, ο ρόλος της γεωγραφικής απόστασης, χάρη στην τεχνολογία, θα παραμείνει αμελητέος. Είναι πιθανό αυτή η νέα κατάσταση να είναι μια νέα μορφή παγκοσμιοποίησης. Μια από τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που θα έχει θα είναι και η σχετική μείωση του πληθυσμού μέσα από την ανακατανομή του και η πιθανή ερήμωση περιοχών, όπου για διάφορους λόγους, δεν θα είναι δυνατή η σύσταση κοινοτήτων γύρω από μία πρωτοβουλία.

Οι σημερινές κοινότητες, όπου αυτές εμφανίζονται, κατά κανόνα μένουν απομονωμένες από την κοινωνία. Η καταγωγή του σχηματισμού τους βρίσκεται στον καθορισμό ενός συνόλου μικρών στόχων, οι οποίοι γίνονται το κέντρο ύπαρξης της κοινότητας και οι οποίοι συνήθως συνδέονται με τη γη ή και με κάποια αφηρημένη ιδέα. Οι στόχοι αυτοί εξοπλίζουν τα μέλη της κοινότητας με μια αίσθηση αυτάρκειας και παρέχουν ένα ηθικό πρόταγμα γύρω από το οποίο τα μέλη παραμένουν ενωμένα. Σε αυτές τις κοινότητες, νέα μέλη εντάσσονται εμπνεόμενα από τους σκοπούς της κοινότητας, αλλά και εξαιτίας της απέχθειας προς κάποιο κοινωνικό πρόβλημα. Εννοείται ότι οι παραδοσιακοί κοινωνικοί θεσμοί βλέπουν τις κοινότητες με καχυποψία και, δοθείσης ευκαιρίας, και με αρνητική προβολή, επειδή τα μέλη τους δεν προσβλέπουν στους πολιτικούς για να λύσουν τα προβλήματά τους και επειδή δεν τους αρέσει να πληρώνουν φόρους, από τους οποίους δεν ωφελούνται. Δεν αναφερόμαστε στην απομονωτική αδιαφορία τέτοιου τύπου κοινοτήτων, ούτε σε online κοινότητες ιστοτόπων για marketing προϊόντων, ούτε σε κοινότητες δημιουργημένες από τα πάνω. Αναφερόμαστε σε κοινότητες ενδιαφερόντων σχηματισμένες από τα κάτω, στις οποίες η γεωγραφική απόσταση για τα μέλη, κατά κανόνα μπορεί να παίζει έναν σχετικά υποβαθμισμένο ρόλο.

Αυτό το άρθρο θέτει το ερώτημα πώς αμείβονται, σε μια ομότιμη οικονομία, όσοι ασχολούνται με την παραγωγή διανοητικού πλούτου. Πρώτα, μια υπενθύμιση, ότι δεν εργάζονται απομονωμένοι. Αντίθετα, είναι μέλη μιας κοινότητας. Είναι πιο λογικό να υποθέσουμε ότι αυτές οι κοινότητες, οδηγούμενες από τον στόχο που έχουν θέσει, αποκτούν το απαραίτητο εισόδημα από την προσφορά των μελών τους ή στο πλαίσιο ανταλλαγής πόρων με άλλες κοινότητες. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί πλεόνασμα και το ζήτημα που τίθεται αφορά τα κριτήρια διανομής του πλεονάσματος από την κοινότητα στα άτομα. Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι είναι λιγότερο προβληματική η διανομή σε μικρή παρά σε μεγάλη κλίμακα και ότι δεν υπάρχουν γενικά αποδεκτά κριτήρια. Κάθε κοινότητα είναι υπεύθυνη για τις αποφάσεις που παίρνει σχετικά με τη διανομή. Και οι αποφάσεις αυτές μπορεί να είναι καθοριστικές για την ενδυνάμωση ή τη διάλυσή της. Η βάση οποιουδήποτε κριτηρίου διανομής για ένα μοντέλο μετάβασης σε ένα πλήρες κοινοτικό σύστημα είναι ο υπολογισμός της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών ανάλογα με τον χρόνο που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή τους. Έτσι η ισοδυναμία στις αξίες ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση μπορεί να μετρηθεί ώστε να εξασφαλίζεται σε επίπεδο κοινότητας η ποιότητα στις βασικές ανάγκες, διατροφή, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, περιβάλλον και υγεία συν την κάλυψη ενός συνόλου αναγκών δεύτερης κατηγορίας. Οι ανάγκες αυτές παίρνουν τη μορφή παροχής υπηρεσιών προς το σύνολο των κοινοτήτων. Όπως έχει προηγούμενα προταθεί, το προϊόν μιας κοινότητας μπορεί να είναι εισροή για τα μέλη μιας άλλης.

Η μέθοδος ανταλλαγής παραγόμενων προϊόντων μιας ορισμένης αξίας από έναν κατάλογο απαιτήσεων και η ελευθερία προσχώρησης και αποχώρησης των μελών μιας κοινότητας, μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά πώς μπορεί να υπάρξει ανακατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων χωρίς την παρέμβαση του κεφαλαίου και πώς αυτή η ανακατανομή, μέσα από τον κατανεμημένο έλεγχο, σταθεροποιεί την οικονομία και θεραπεύει οριστικά την ψύχωση της έλλειψης, την οποία το κεφάλαιο καλύπτει με τη διαρκή υπερπαραγωγή και τις επακόλουθες κρίοεις. Η έλλειψη αγαθών σε μια κοινότητα είναι μια εξαίρεση με ελάχιστες πιθανότητες να συμβεί κυρίως για δύο λόγους: επειδή η ζήτηση ορίζεται σε ατομική βάση χωρίς την παρέμβαση της μαζικού ψυχαναγκασμού διαφήμισης και επειδή μια κοινότητα δεν υφίσταται ποτέ απομονωμένη. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι το πρόβλημα του πλεονάσματος: αν διανεμηθεί, οι μελλοντικές δυνατότητες της κοινότητας φαινομενικά εξαφανίζονται, αλλά στην πραγματικότητα, όχι μόνο το αναλογούν τμήμα του πλεονάσματος, αλλά και η διαχείριση των πόρων επιστρέφονται στο άτομο-μέλος της κοινότητας, το οποίο μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να συμβάλλει σε προτάσεις έργων οι οποίες υπόκεινται σε αξιολόγηση από τα μέλη. Σε όσους οι προτάσεις της κοινότητας δεν είναι αρκούντως ικανοποιητικές, είναι ελεύθεροι να διαθέσουν το εισόδημα ή άλλους πόρους που διαθέτουν σε αναζήτηση άλλων προτάσεων προσχωρώντας σε άλλες κοινότητες.

Η συνεχής διαρροή μελών προς άλλες κοινότητες αποτελεί αιτία διάλυσης για μια κοινότητα. Ωστόσο η διάλυση δεν είναι υποχρεωτικά μια αρνητική εξέλιξη. Σημαίνει μόνο ότι οι ατομικές κλίσεις και δεξιότητες, για διάφορους λόγους, δεν ήταν δυνατό να μετασχηματιστούν σε συλλογική δράση. Οι ατομικές επιλογές δεν χάνονται με τη διάλυση της κοινότητας, αλλά τροφοδοτούν άλλες κοινότητες που παραμένουν υγιείς και δραστήριες. Αυτό μπορεί κατά περίπτωση να σημαίνει μετανάστευση και πρόκειται για μια αρνητική εξέλιξη αν δεν υπάρχει επιλογή. Αλλά σε κάθε περίπτωση, αυτή η προοπτική έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αβεβαιότητα που ακολουθεί το κλείσιμο ή την απειλή κλεισίματος της καπιταλιστικής επιχείρησης και την υποβάθμιση των όρων διαβίωσης του εργατικού δυναμικού. Έρχεται επίσης σε πλήρη αντίθεση με τη χειραγώγηση του μεταναστευτικού κύματος, που προκαλείται από τις τεράστιες οικονομικές ανισορροπίες και ειδικά από τη συγκεντρωτική, ιδιωτική διαχείριση της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Επίλογος

Επιχειρήθηκε, με αυτό το κείμενο, η στόχευση να γίνει περισσότερο κατανοητή. Τα παραδείγματα από το πεδίο του λογισμικού δεν είναι φανταστικά· συμβαίνουν σήμερα. Η λειτουργία των κοινοτήτων δεν είναι θεωρητική κατασκευή· συμβαίνει σήμερα. Πρόκειται για επιτυχημένα πρότυπα, τα οποία αν γενικευτούν θα αναδείξουν νέες παραγωγικές σχέσεις. Αν αυτές οι σκέψεις φανούν χρήσιμες, αν το παρόν προσχέδιο καταλήξει σε ένα υπόδειγμα που θα κριθεί ότι είναι εφικτό, βιώσιμο και πραγματοποιήσιμος στόχος στο πλαίσιο μιας μορφής ομότιμης οικονομίας οργανωμένης σε κοινότητες με βάση το ελεύθερο λογισμικό, παραμένει να προταθεί ένα όνομα με το οποίο να μπορεί αυτό το υπόδειγμα να γίνει ευρύτερα γνωστό. Η οικονομία των κοινοτήτων βρίσκεται σήμερα σε εμβρυακή μορφή και υπάρχει η τάση να αναζητούνται απαντήσεις από αυτήν για προβλήματα που στην οικονομία του κεφαλαίου λύνονται μόνο με εξωοικονομικά μέσα. Αυτή η τάση είναι μία εξωτερίκευση των συγκρούσεων που πυροδοτεί μια ενδεχόμενη μετάβαση από την εξουσία του κεφαλαίου στην κυριαρχία των κοινοτήτων.

Τα περισσότερα ζητήματα που ανακύπτουν από το προσχέδιο, ιδιαίτερα τα πολιτικά ζητήματα, τα οποία γίνονται αλλού αντικείμενο διαλόγου σχετικά με τη συντελούμενη κατάλυση της δυτικής δημοκρατίας, δεν έχουν τεθεί εδώ. Άλλωστε το παρόν πόνημα δεν είχε στόχο να δώσει απάντηση σε όλα τα δυνατά ερωτήματα, που θα μπορούσαν να προκύψουν. Σκοπός ήταν, μέσα από μια γενική επισκόπηση των βασικών παραμέτρων, να αναδυθεί η λογική με την οποία, η αναζήτηση των λύσεων σε ενδεχόμενα ερωτήματα, που απασχολούν τους κοινωνικούς εταίρους, να οδηγήσει σε εφαρμόσιμες εναλλακτικές απαντήσεις με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα. Η μετάβαση από ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων σε ένα άλλο προϋποθέτει την μετατόπιση της οπτικής του ανθρώπινου δυναμικού και την μεταφορά πόρων από την υφιστάμενη παραγωγική δομή προς τις συνεργατικές μονάδες. Ειδικότερα είναι επιτακτική η ανακατανομή δημόσιων πόρων από αντιπαραγωγικές δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε τομείς όπου η υλοποίηση των επενδύσεων θα έχει μακροχρόνιο όφελος για όλη την κοινωνία.

Αυτή η διαδικασία μετασχηματίζει την ανταγωνιστική εταιρική δομή, ακυρώνει την ανταγωνιστική εταιρική νοοτροπία και στα αρχικά στάδια θεμελιώνει μηχανισμούς προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα. Οι συμβουλευτικοί συντελεστές των συνεργατικών μονάδων θα χρειαστεί να έχουν τα προσόντα που απαιτεί η τέταρτη παράμετρος και επιπρόσθετα το χάρισμα να τα μεταδίδουν σε άλλους. Η κύρια δυσκολία για όσους ήταν εθισμένοι στην εταιρική λογική είναι πρωτίστως ψυχολογικής φύσης. Θα απαιτηθεί, δηλαδή, συχνά μέσα από συγκρούσεις, να αντιληφθούν ότι το παραγωγικό αποτέλεσμα στις κοινότητες εξασφαλίζεται μέσα από την κατανόηση της φύσης των προβλημάτων που θέτει το αντικείμενο παραγωγής ή μελέτης και όχι από την αυτοπεποίθηση στελεχών που υπακούουν σε εντολές, τις οποίες δίνουν οι ιεραρχικά "ανώτεροι". Αυτή η έλλειψη κατανόησης και συνειδητοποίησης είναι μια πρόσθετη δυσκολία. Είναι τραγική ειρωνεία η αυτοακύρωση ενός τρομακτικά μεγάλου πλήθους ανθρώπων αφοσιωμένων στις ιδέες και στον πολιτισμό όταν η τεχνολογική βάση πάνω στην οποία πατάνε είναι δέσμια των ιδιωτικών συμφερόντων τα οποία οι ίδιοι καταγγέλλουν καθημερινά.

Ένα πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει μία συνεργατική μονάδα είναι ότι η λογική της ιεραρχικής δομής στα εκτελεστικά καθήκοντα είναι αποτελεσματική στην καθημερινή δραστηριότητα και επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν είναι έτοιμο ή σύμφωνο να αναλάβει αυξημένες υπευθυνότητες στις συνθήκες ρευστότητας που επιβάλλει μια μεταβατική περίοδος, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Εκτός αν η αβεβαιότητα της καπιταλιστικής αγοράς υπερβαίνει τη ρευστότητα της μεταβατικής περιόδου. Να διευκρινίσουμε εδώ ότι στο χώρο των κοινοτήτων η ρευστότητα δεν ορίζεται ως οικονομική αβεβαιότητα, αλλά ως η πιθανότητα αποτυχίας της μετάβασης στη δίνη των συγκρούσεων συμφερόντων με την κατεστημένη εξουσία. Καθοριστικός παράγοντας θα είναι αν ο φόβος, που διοχετεύεουν οι κατεστημένες εξουσίες σε καθημερινή βάση, βρει έδαφος, διαφορετικά δεν θα υπάρξει πρόβλημα για την πλειοψηφία να κλείσει την πόρτα στα φοβικά μηνύματα των κατευθυνόμενων ΜΜΕ και να στραφεί στη διέξοδο που δίνουν οι συνεργατικές μονάδες.

Το πραγματοποιήσιμο αυτού του υποδείγματος είναι απόφαση της κοινωνίας συνολικά και θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την υπερνίκηση της αδράνειας του γενικού πληθυσμού και της απόφασης για σύγκρουση με τις κατεστημένες οικονομικές και πολιτικές εξουσίες. Κατά κάποιον τρόπο η σύγκρουση αυτή έχει ξεκινήσει. Τα σημάδια της κόπωσης στις πολυεθνικές του ιδιοκτησιακού λογισμικού είναι εμφανή. Η προσπάθεια απόρριψης των ψηφιακών περιορισμών είναι σε εξέλιξη. Η ελευθερία χρήσης του Διαδικτύου δεν είναι δεδομένη όπως παλιότερα και είναι σημαντικό να δηλωθεί καθαρά ότι η νομική βάση οποιασδήποτε ψηφιακής επιβολής είναι αυθαίρετη. Η στροφή προς την ομότιμη οικονομία απαιτεί την ενεργή συμμετοχή, όχι πια τη διαμαρτυρία απέναντι στις κρατικές υπηρεσίες, αλλά τη θετική συμβολή στο πλαίσιο της κοινότητας παρά και ενάντια στην αδιαφορία και την ιδιοτέλεια της κρατικής πολιτικής. Πρόκειται για μια κινητοποίηση με προσωπικό κόστος. Διαφορετικά, η ακινησία θα ευνοήσει τη συνέχεια της εξαιρετικά βραδείας και για αυτό, μη άμεσα αντιληπτής, υποβάθμισης, τα αποτελέσματα της οποίας, κάποια στιγμή, θα γίνουν μη αντιστρέψιμα. Η κοινωνία και μόνο αυτή, η οποία βάλλεται θεσμικά και οικονομικά, είναι η άμεσα ενδιαφερόμενη για πολιτική λύση.

Copyright notice:
Copyright 2008-2012 Stelios Stavroulakis
Η κατά λέξη αντιγραφή και αναδιανομή ολόκληρου του άρθρου επιτρέπεται
σε οποιοδήποτε μέσο, δεδομένου πως αυτή η σημείωση θα διατηρηθεί.
Verbatim copying and distribution of this entire article are permitted
worldwide without royalty in any medium provided this notice is preserved.